Δευτερογενής Πρόληψη Αγγειακών Εγκεφαλικών Επεισοδίων σε Ασθενείς με Συμπτωματική Στένωση Ενδοκρανιών Αρτηριών PDF Εκτύπωση E-mail
Συντηρητική Αντιμετώπιση ή Ενδοαγγειακή Παρέμβαση


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΕΓΓΟΣ
Επίκουρος Καθηγητής Νευρολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η αθηρωματικής αιτιολογίας στένωση ενδοκράνιων αρτηριών αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την εκδήλωση αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων (ΑΕΕ). Θεωρείται ως μείζων προγνωστικός δείκτης υποτροπής ΑΕΕ και αγγειακής θνητότητας. Υπολογίζεται πως το 5-15% του συνόλου των ισχαιμικών ΑΕΕ οφείλεται σε ενδοκράνια αρτηριακή στένωση (ΕΑΣ). Το ποσοστό αυτό παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις μεταξύ των διαφόρων φυλών. Η ενδοκράνια αθηρωματική νόσος συναντάται πιο συχνά στους Ασιατικούς, Λατινογενείς και Αφροαμερικανικούς πληθυσμούς. Δεδομένα σχετικά με τη συχνότητα ΑΕΕ λόγω ΕΑΣ στη χώρα μας δεν υπάρχουν. Γενικότερα η ακριβής εκτίμηση της συχνότητας της νόσου προϋποθέτει τον απεικονιστικό έλεγχο των αγγείων του εγκεφάλου. Αυτό σημαίνει ότι πέραν του «καθιερωμένου» πλέον υπερηχογραφικού ελέγχου των αγγείων του τραχήλου, δηλαδή της εξωκράνιας μοίρας των καρωτίδων και των σπονδυλικών αρτηριών, θα πρέπει να απεικονιστεί και να εκτιμηθεί η κατάσταση της ενδοκράνιας μοίρας των αρτηριών αυτών. Η ψηφιακή αφαιρετική αγγειογραφία, η μαγνητική αγγειογραφία με χορήγηση σκιαγραφικού, η υπολογιστική αγγειογραφία, ακόμη και η διακρανιακή υπερηχογραφία είναι οι απεικονιστικές εκείνες μέθοδοι που μπορούν να τεκμηριώσουν τη διάγνωση ΕΑΣ. Η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιου εύρους απεικονιστικός έλεγχος δυστυχώς διενεργείται στη μειονότητα των ασθενών με ΑΕΕ στη χώρα μας, γεγονός που καθιστά προφανές ότι σημαντικός αριθμός ΕΑΣ διαφεύγει της διάγνωσης. Ουσιαστικά λοιπόν μιλάμε για την υποβάθμιση της αθηρωμάτωσης των ενδοκράνιων αρτηριών στην καθημερινή κλινική πρακτική, τόσο σε επίπεδο διάγνωσης όσο και επίπεδο αντιμετώπισης.

Ο κίνδυνος υποτροπής σε ασθενείς με συμπτωματική ΕΑΣ φτάνει το 15% ετησίως . Οι υπάρχουσες πληροφορίες σχετικά με τη φυσική πορεία της νόσου σε αυτόν τον πληθυσμό υψηλού κινδύνου και την ενδεδειγμένη θεραπεία δευτερογενούς πρόληψης είναι σχετικά περιορισμένες. Στη βραχεία αυτή ανασκόπηση θα επιχειρηθεί μια κριτική αξιολόγηση των δεδομένων που αφορούν στη συντηρητική αντιμετώπιση των ασθενών που έχουν υποστεί ΑΕΕ ή έχουν εκδηλώσει παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΠΙΕ) σε έδαφος ΕΑΣ. Θα γίνει όμως και μια κριτική προσέγγιση των θεαματικά αναδυομένων ενδοαγγειακών μεθόδων παρέμβασης σε ανάλογες περιπτώσεις.


ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ – ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ
Εδώ και περισσότερο από 50 χρόνια χορηγείται αντιπηκτική αγωγή από του στόματος σε ασθενείς με συμπτωματική ΕΑΣ. Στην πορεία του χρόνου σειρά διαφόρων αναδρομικών μελετών υπέδειξε την υπεροχή της βαρφαρίνης έναντι της ασπιρίνης, προτείνοντας έτσι τη θεραπεία με αντιπηκτικά έναντι της θεραπείας με αντιαιμοπεταλιακά για τη συγκεκριμένη υποομάδα ασθενών. Η χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής είναι σαφώς πιο σύνθετη από την «απλή» χορήγηση ασπιρίνης. Απαιτεί τακτικούς ελέγχους των παραμέτρων της πήξης (Quick, INR), συχνές τροποποιήσεις της χορηγούμενης δόσης, προσοχή σε ό,τι αφορά τη συγχορήγηση φαρμάκων και τις διατροφικές συνήθειες των ασθενών και σε κάθε περίπτωση σχετίζεται με τον κίνδυνο μειζόνων αιμορραγικών επιπλοκών. Είναι εύλογη η επιφύλαξη πολλών συναδέλφων να επιλέξουν τη λύση των αντιπηκτικών. Άλλωστε και μέχρι πρότινος η βιβλιογραφική τεκμηρίωση της υπεροχής των αντιπηκτικών δεν ήταν ισχυρή. Στην εποχή της «Τεκμηριωμένης Ιατρικής» (Evidence Based Medicine) σύμφωνα με την οποία η θεραπευτική θα πρέπει (ή καλό θα  είναι) να στηρίζεται (αποκλειστικά και μόνο?) σε στατιστικά τεκμηριωμένα δεδομένα, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από μεγάλες, καλά σχεδιασμένες, τυχαιοποιημένες, διπλές τυφλές κλινικές μελέτες, μετα-αναλύσεις και συστηματικές ανασκοπήσεις, ήταν αναμενόμενο η έλλειψη τέτοιας ποιότητας δεδομένων να οδηγήσει στο σχεδιασμό μιας προοπτικής μελέτης που θα καλούνταν να δώσει επιτέλους πειστικές απαντήσεις.

Έτσι λοιπόν σχεδιάστηκε από σημαντικό αριθμό διαπρεπών ερευνητών, μια τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, πολυκεντρική κλινική μελέτη, η οποία ξεκίνησε σε 59 εξειδικευμένα κέντρα της Βορείου Αμερικής. Πρόκειται για τη μελέτη WASID (Warfarin-Aspirin Symptomatic Intracranial Disease-Trial), τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν το 2005. Η μελέτη αυτή διακόπηκε πρόωρα για λόγους ασφαλείας και μετά την πάροδο κατά μέσο όρο 1.8 ετών δεδομένου ότι αφενός δεν διαπιστώθηκε υπεροχή της βαρφαρίνης έναντι της ασπιρίνης κι αφετέρου καταγράφηκε στατιστικά σημαντικά υψηλότερος αριθμός θανάτων και μειζόνων αιμορραγικών επιπλοκών μεταξύ των ασθενών υπό αντιπηκτική αγωγή. Με βάση τα παραπάνω οι συγγραφείς κατέληξαν στη σύσταση της χορήγησης Ασπιρίνης σε ασθενείς με συμπτωματική ΕΑΣ. Αξίζει όμως να επισημανθούν ορισμένα σημεία: (1) Η συντριπτική πλειονότητα (93.7%) των ασθενών υπό αγωγή με ασπιρίνη λάμβαναν την εξαιρετικά υψηλή δόση των 1,300mg ασπιρίνης ημερησίως. (2) Μόλις το 63.1% των ασθενών υπό αντιπηκτική αγωγή ήταν επιτυχώς ρυθμισμένοι παρουσιάζοντας τιμές INR μεταξύ 2,0 και 3.0. Σχεδόν ένας στους πέντε ασθενείς (22.7%) ήταν ανεπαρκώς ρυθμισμένος (INR <2.0), ενώ οι υπόλοιποι παρουσίαζαν τιμές INR ανώτερες του επιθυμητού ορίου (INR>3.0). (3) Αν και σε ό,τι αφορά το σύνολο των θανάτων διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερος αριθμός στην ομάδα ασθενών υπό αντιπηκτική αγωγή, δεν παρατηρήθηκε κάτι αντίστοιχο όταν οι ερευνητές εξέτασαν τους αγγειακής αιτιολογίας θανάτους (θάνατος λόγω ισχαιμικού ΑΕΕ, ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας, άλλης αιμορραγίας, εμφράγματος του μυοκαρδίου, ανευρύσματος της αορτής και αιφνίδιοι θάνατοι). Η διαφορά στο σύνολο των θανάτων οφείλεται σε αντίστοιχα σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων σε ό,τι αφορά τους μη αγγειακής αιτιολογίας θανάτους. (4) Σε απόλυτες τιμές η στατιστικά σημαντική διαφορά που παρατηρήθηκε αναφορικά με τις μείζονες αιμορραγικές επιπλοκές αντικατοπτρίζεται σε 9 περιπτώσεις ασθενών υπό ασπιρίνη και 24 υπό βαρφαρίνη και αφορούσε κυρίως αιμορραγίες του πεπτικού. Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι ο αριθμός των ασθενών υπό βαρφαρίνη που παρουσίασαν μείζονα αιμορραγία έχοντας καλά ρυθμισμένο INR (μεταξύ 2.0 και 3.0) ήταν 9, όσος δηλαδή κι ο αριθμός των ασθενών που αιμορράγησαν υπό ασπιρίνη. Η συντριπτική πλειονότητα των ασθενών υπό βαρφαρίνη που αιμορράγησαν (14/24) παρουσίαζαν αυξημένες τιμές INR (>3.0).

Ουσιαστικά λοιπόν τα αποτελέσματα της WASID δείχνουν ότι για χρονικό διάστημα μόλις 1.8 ετών η ημερήσια χορήγηση της υψηλότατης δόσης 1,300mg ασπιρίνης δεν υστερεί της ημερήσιας χορήγησης 5mg βαρφαρίνης, η οποία όμως μόνο στο 63.1% των περιπτώσεων πετύχαινε την ενδεικνυόμενη ρύθμιση του INR. Στο ίδιο χρονικό διάστημα δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές σε ό,τι αφορά τους θανάτους αγγειακής αιτιολογίας, ενώ η διαφορά που παρατηρήθηκε εις βάρος της βαρφαρίνης αναφορικά με τις αιμορραγικές επιπλοκές οφείλεται ως επί το πλείστον στον αυξημένο αριθμό αιμορραγιών μεταξύ των ασθενών υπό αντιπηκτική αγωγή, οι οποίοι λόγω προφανούς υπερδοσολογίας είχαν τιμές INR σαφώς άνω του επιθυμητού. Σύμφωνα λοιπόν με τη μελέτη WASID και με δεδομένη την σαφή ευκολία και το πιθανόν χαμηλότερο συνολικό κόστος της θεραπείας με ασπιρίνη, θα μπορούσε για λόγους ασφαλείας να συσταθεί η χορήγηση ασπιρίνης για τη δευτερογενή πρόληψη ισχαιμικών ΑΕΕ σε ασθενείς με συμπτωματική ΕΑΣ. Εγείρεται όμως εύλογα το ερώτημα εάν η μακροπρόθεσμη χορήγηση 1,300mg ασπιρίνης σε ημερήσια βάση μπορεί να παγιωθεί στην πράξη. Αν και η μελέτη WASID προσέφερε σπουδαίες πληροφορίες για μια σημαντική υποομάδα ασθενών, δεν θεωρούμε ότι δίνει οριστική απάντηση στο ερώτημα για την ιδανική φαρμακευτική αντιμετώπιση ασθενών με συμπτωματική ΕΑΣ. Η αυστηρά και αποτελεσματικά ελεγχόμενη χορήγηση αντιπηκτικών και η διπλή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή με συνδυασμό ασπιρίνης και κλοπιδογρέλης θα μπορούσαν να αποτελέσουν εναλλακτικές λύσεις. Σχετικές τυχαιοποιημένες μελέτες θα μπορούσαν στο μέλλον να δώσουν σαφέστερες απαντήσεις στα υπαρκτά ερωτήματα.


ΕΠΕΜΒΑΤΙΚΗ – ΕΝΔΟΑΓΓΕΙΑΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Πέραν όμως των στοιχείων σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της φαρμακευτικής αντιμετώπισης ασθενών με ΑΕΕ ή ΠΙΕ λόγω ΕΑΣ, η μελέτη WASID προσέφερε και πολύτιμες πληροφορίες για τη φυσική πορεία της νόσου και κυρίως για τον κίνδυνο υποτροπής. Διαπιστώθηκε λοιπόν ότι καθοριστική σημασία για την έκβαση των ασθενών παίζει ο βαθμός της στένωσης. Πιο συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι μεταξύ των ασθενών με συμπτωματική ΕΑΣ>70% ο κίνδυνος υποτροπής εντός του πρώτου κιόλας έτους φτάνει το 23%. Αντιθέτως οι ασθενείς με βαθμό στένωσης <70% διατρέχουν σαφώς χαμηλότερο ετήσιο κίνδυνο υποτροπής (<10%).  Αξιοσημείωτη είναι και η διαπίστωση ότι οι γυναίκες διατρέχουν κατά 85% υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής έναντι των ανδρών. Προκύπτει λοιπόν ότι μεταξύ των ασθενών με συμπτωματική ΕΑΣ οι γυναίκες και οι ασθενείς με στενώσεις >70% αποτελούν μια ομάδα εξαιρετικά υψηλού κινδύνου υποτροπής. Ποσοστά υποτροπής της τάξης του 23% είναι απλώς απογοητευτικά, δείχνοντας ότι οι δυνατότητες της συντηρητικής φαρμακευτικής αντιμετώπισης σε αυτές τις υποομάδες ασθενών είναι προφανέστατα περιορισμένες. Εύλογα λοιπόν εγείρεται το ζήτημα της εφαρμογής άλλων εναλλακτικών θεραπευτικών μεθόδων.

Τις τελευταίες δεκαετίες η εφαρμογή ενδοαγγειακών θεραπευτικών μεθόδων στην καρδιολογία, όπως είναι η αγγειοπλαστική με μπαλονάκι, ενδεχομένως σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη τοποθέτηση στεντ, έχει γίνει ευρύτατα αποδεκτή και διαδεδομένη, αφού όμως πρώτα αποδείχτηκε ή ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της στην αντιμετώπιση της στεφανιαίας νόσου. Ήταν σχεδόν αναμενόμενη η απόπειρα εφαρμογής ανάλογων τεχνικών και σε ασθενείς με ΑΕΕ. Αφενός η εξοικείωση με τις μεθόδους αυτές, αλλά κυρίως η ραγδαία τεχνολογική πρόοδος που επέτρεψε την κατασκευή ολοένα πιο εξελιγμένων και εύχρηστων συσκευών και συστημάτων έθεσαν τη βάση για τη συνεχώς αυξανόμενη εφαρμογή ενδοαγγειακών μεθόδων σε ασθενείς με διαταραχές της αιμάτωσης του εγκεφάλου. Οι ασθενείς με αθηρωματικής αιτιολογίας ΕΑΣ φαίνεται να απαρτίζουν μια ομοιογενή ομάδα που η ενδοαγγειακή θεραπευτική προσέγγιση δείχνει να είναι πολλά υποσχόμενη. Ειδικότερα οι ασθενείς με τον σοβαρότερο κίνδυνο υποτροπής, δηλαδή οι γυναίκες και κυρίως όσοι ασθενείς παρουσίαζαν συμπτωματική ΕΑΣ>70% είναι λογικό να αποτελούν και την ομάδα εκείνη που θα είχε συγκριτικά με τη συντηρητική φαρμακευτική θεραπεία το μέγιστο όφελος από ενδεχόμενη ενδοαγγειακή θεραπευτική παρέμβαση.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την αποδοχή, εδραίωση και διάδοση κάθε επεμβατικής θεραπευτικής μεθόδου είναι να παρουσιάζει τουλάχιστον παραπλήσιες, αν όχι χαμηλότερες τιμές περιεπεμβατικής νοσηρότητας και θνητότητας από τις τιμές που καταγράφονται κατά τη φυσική πορεία της νόσου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι ποικίλης βαρύτητας επιπλοκές που είναι πιθανόν να παρατηρηθούν κατά τη διάρκεια ενδοαγγειακής παρέμβασης. Η τοπική θρόμβωση της ήδη στενωμένης αρτηρίας και η εμβολή σε περιφερικότερα τμήματα του πεδίου άρδευσης της προσβεβλημένης αρτηρίας μπορεί να προκαλέσουν άμεσα νέο ισχαιμικό ΑΕΕ. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε περίπτωση αρτηριακού διαχωρισμού λόγω τραυματισμού του αγγειακού τοιχώματος. Δραματική μπορεί να είναι η κατάληξη σε περιπτώσεις ρήξης του αρτηριακού τοιχώματος. Έναν από τους πλέον πολυσυζητημένους κινδύνους αποτελεί, κυρίως στις περιπτώσεις αγγειοπλαστικής με τοποθέτηση στεντ, η μηχανική απόφραξη της έκφυσης των διατιτραινόντων αρτηριακών κλάδων της μέσης εγκεφαλικής και της βασικής αρτηρίας με δυσάρεστο επακόλουθο το σχηματισμό εμφράκτων στο πεδίο άρδευσης των συγκεκριμένων αρτηριών (perforator stroke). Θα πρέπει να αποδειχτεί επιπλέον η μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα της μεθόδου σε ό,τι αφορά τον περιορισμό των υποτροπών, αλλά και των θανάτων αγγειακής εγκεφαλικής αιτιολογίας.

Έχοντας λοιπόν αρχικά απαντήσει στο ερώτημα ποιοι από τους ασθενείς με συμπτωματική ΕΑΣ είναι οι πλέον ενδεδειγμένοι υποψήφιοι για ενδοαγγειακή αντιμετώπιση, ένα δεύτερο πολύ σημαντικό ερώτημα αφορά την πλέον κατάλληλη χρονική στιγμή για τη πραγματοποίηση της όποιας παρέμβασης. Τα υπάρχοντα  στοιχεία δείχνουν ότι σε αναλογία με το τι ισχύει για τη χειρουργική αντιμετώπιση της συμπτωματικής στένωση της εξωκράνιας μοίρας της έσω καρωτίδας, έτσι κι εδώ η ταχεία παρέμβαση, κατά προτίμηση εντός των πρώτων δύο εβδομάδων, επιφέρει το καλύτερο αποτέλεσμα. Αναπάντητο παραμένει και πιθανότατα θα παραμείνει το ερώτημα ποιος είναι ο κατάλληλος, και κάτω από ποιες συνθήκες, για να προβεί στην ενδοαγγειακή αντιμετώπιση συμπτωματικών ασθενών με ΕΑΣ. Ενώ είναι σαφές κάτω από ποιες προϋποθέσεις ασφαλείας, δηλαδή χαμηλής περιεγχειρητικής νοσηρότητας, μια αγγειοχειρουργική ομάδα κρίνεται ικανή να αναλάβει τη διενέργεια ενδαρτηρεκτομής σε ασθενείς με συμπτωματικές οι ασυμπτωματικές εξωκράνιες στενώσεις της καρωτίδας,  δεν υπάρχουν αντίστοιχα στοιχεία ή συστάσεις σχετικά με την ενδοαγγειακή αντιμετώπιση ΕΑΣ.

Το τελευταίο και επίσης πολύ σημαντικό ερώτημα που εγείρεται είναι ποια από τις διαθέσιμες μεθόδους ενδοαγγειακής παρέμβασης είναι η πλέον ασφαλής και αποτελεσματική, άρα και η πλέον κατάλληλη.  Η κλασσική αγγειοπλαστική που αρχικά εφαρμόστηκε βασιζόμενη στην αντίστοιχη εμπειρία με τις στεφανιαίες αρτηρίες χαρακτηρίστηκε από απαράδεκτα υψηλά ποσοστά περιεπεμβατικής νοσηρότητας και θνητότητας (28%). Τα ποσοστά αυτά περιορίστηκαν σημαντικά με την τροποποίηση της μεθόδου και τη χρήση μπαλονιών μικρότερης διαμέτρου καθώς και τη βραδύτερη εμφύσηση αέρα στο μπαλονάκι. (3.2-5.8%). Και κάτω από αυτές τις όντως καλύτερες συνθήκες ασφάλειας παρέμειναν ως αδύναμα σημεία της μεθόδου η ανεπαρκής επανασυραγγοποίηση (υπολειμματική στένωση στο 40% των περιπτώσεων)  και διάρκεια του αποτελέσματος (επαναστένωση στο σημείο της βλάβης στο 20% των περιπτώσεων). Όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο βάσει των αντίστοιχων εξελίξεων στον τομέα της επεμβατικής καρδιολογίας, έτσι και στην ενδοαγγειακή αντιμετώπιση ΕΑΣ, ο συνδυασμός αγγειοπλαστικής με μπαλονάκι και τοποθέτησης μεταλλικού στεντ ήταν το επόμενο βήμα. Αξιοπρόσεκτες ήταν οι διαφορές που καταγράφηκαν μεταξύ των διαφόρων κέντρων που εφάρμοσαν τη μέθοδο αυτή σε ό,τι αφορά την περιεπεμβατική νοσηρότητα και θνητότητα, η οποία κυμάνθηκε μεταξύ 0% και 36%. Ο συνδυασμός αγγειοπλαστικής και στεντ υπερτερεί εν μέρει έναντι της απλής αγγειοπλαστικής δεδομένου ότι υπολειμματική στένωση παρατηρήθηκε σε ποσοστό μικρότερο του 10% των περιπτώσεων. Το ποσοστό επαναστένωσης εντός του στεντ ήταν όμως με περίπου 32% σαφώς ψηλότερο. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι μεγάλο μέρος των δημοσιευμένων δεδομένων αφορά τη χρήση των συστημάτων Neurolink και Apollo. Όμως το πρώτο εκ των δύο συστημάτων, πιθανόν για εμπορικούς λόγους, δεν είναι πλέον διαθέσιμο στην αγορά, ενώ το δεύτερο –τουλάχιστον μέχρι πρότινος- διατίθετο μόνο στην Κίνα. Στο προσκήνιο έχει πλέον έρθει ένα σύστημα που φέρει αυτο-εκπτυσσόμενο στεντ. Πρόκειται για το σύστημα Wingspan, το οποίο χρησιμοποιείται σε ασθενείς με συμπτωματική ΕΑΣ >50% κατόπιν ειδικής άδειας από τον Αμερικανικό οργανισμό τροφίμων και φαρμάκων (FDA). Τα πρώτα αποτελέσματα κρίνονται ικανοποιητικά. Υπολειμματική στένωση παρατηρήθηκε στο 30% των περιπτώσεων, ενώ επαναστένωση εντός του στεντ μόλις στο 10.3%. Η περιεπεμβατική θνητότητα και νοσηρότητα έφτασαν στο 6.4%. Τέλος, ως μια επιπλέον δυνατότητα ενδοαγγειακής παρέμβασης προβάλλει πλέον και η χρήση εμποτισμένων με ειδικές φαρμακευτικές ουσίες στεντ. Η χρήση τους σε ασθενείς με βλάβες των στεφανιαίων αρτηριών σχετίστηκε με θεαματική μείωση του κινδύνου επαναστένωσης εντός του στεντ από 30% σε μόλις 5% των ασθενών. Τα αντίστοιχα δεδομένα από τη χρήση αυτών των στεντ σε ασθενείς με ΕΑΣ είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Ως μέθοδος φαίνεται να είναι όντως ασφαλής. Προβληματισμό προκαλεί όμως το γεγονός αφενός ότι δεν είναι γνωστό κατά πόσο οι ουσίες με τις οποίες εμποτίζονται τα στεντ έχουν άμεση τοξική δράση στο τοίχωμα των εγκεφαλικών αρτηριών κι αφετέρου ότι οι ασθενείς θα πρέπει για μεγάλο χρονικό διάστημα να λαμβάνουν διπλή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή (κλοπιδογρέλη και ασπιρίνη) με όσους κινδύνους αυτό ενδεχομένως ενέχει.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω στοιχεία γίνεται σαφές ότι η ενδοαγγειακή αντιμετώπιση συμπτωματικών ΕΑΣ έχει μέλλον. Τα υπάρχοντα δεδομένα είναι ενθαρρυντικά χωρίς όμως να επιτρέπουν κάποιο ουσιαστικό συμπέρασμα. Οι προαναφερθείσες 4 μέθοδοι έχουν σημαντικότατες διαφορές και τεχνικές ιδιαιτερότητες με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η απευθείας σύγκριση μεταξύ τους. Δεν μπορεί με άλλα λόγια να υποστηρίξει κανείς με αξιοπιστία την απόλυτη υπεροχή κάποιας εκ των μεθόδων έναντι των άλλων. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους που προαναφέραμε είναι επίσης αδύνατον να οδηγηθεί κανείς σε αθροιστικά συμπεράσματα υποστηρίζοντας γενικότερα ότι η ενδοαγγειακή αντιμετώπιση –έστω σε συγκεκριμένους ασθενείς – υπερέχει έναντι της συντηρητικής αγωγής. Η πραγματικότητα αντικατοπτρίζεται ρεαλιστικά στις οδηγίες δευτερογενούς πρόληψης που έχουν εκδώσει ή πρόκειται άμεσα να εκδώσουν η Αμερικανική (AHA/ASA) και η Ευρωπαϊκή (ESO) Οργάνωση Αγγειακών Εγκεφαλικών Νοσημάτων αντίστοιχα. Σύμφωνα λοιπόν με τις οδηγίες αυτές παραμένει προς το παρόν ασαφές το όφελος από την εφαρμογή ενδοαγγειακών τεχνικών σε ασθενείς με συμπτωματική ΕΑΣ. Οι τεχνικές αυτές θεωρείται ότι για τη συγκεκριμένη νόσο βρίσκονται ακόμη σε ερευνητικό στάδιο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η κατά τα τελευταία χρόνια σοβαρή ενασχόληση με την αθηρωματική νόσο της ενδοκράνιας μοίρας των αρτηριών που τροφοδοτούν τον εγκέφαλο παρείχε σημαντικές πληροφορίες τόσο για τη φυσική πορεία της νόσου, όσο και για τις δυνατότητες δευτερογενούς πρόληψης. Σήμερα γνωρίζουμε σαφώς περισσότερα από ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Όμως πολλά ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά και είναι αμφίβολο εάν και κατά πόσο θα μπορέσουν να απαντηθούν στο μέλλον.

Σε ό,τι αφορά τη συντηρητική αντιμετώπιση έχει προταθεί από τη μελέτη WASID η για λόγους ασφαλείας προτίμηση της (σε υψηλότατη δόση) χορήγησης ασπιρίνης έναντι της θεραπείας με αντιπηκτικά. Όμως ο σχεδιασμός της συγκεκριμένης μελέτης, με άλλα λόγια τα δοσολογικά σχήματα αλλά και η ανεπάρκεια του ελέγχου σε ό,τι αφορά την ορθή χορήγηση αντιπηκτικών, καθώς και το σύντομο διάστημα παρακολούθησης των ασθενών δεν πείθουν ότι η σωστά ελεγχόμενη αντιπηκτική αγωγή δεν έχει θέση στη δευτερογενή πρόληψη ασθενών με ΕΑΣ. Στοιχεία σχετικά με τη διπλή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή με συνδυασμό κλοπιδογρέλης και ασπιρίνης σε ασθενείς με ΕΑΣ θα είχαν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Δυστυχώς όμως δεν έχουν γίνει σχετικές μελέτες. Αδιευκρίνιστος παραμένει ο ρόλος που θα μπορούσε να παίξει σε περιπτώσεις ΕΑΣ η χορήγηση στατίνης.

Τέλος, σε ό,τι αφορά την ενδοαγγειακή αντιμετώπιση της συμπτωματικής ΕΑΣ τα υπάρχοντα στοιχεία θεωρούνται ενθαρρυντικά. Η προσεκτική καταγραφή και συλλογή περαιτέρω δεδομένων θα είναι πολύτιμη και θα δώσει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τις όποιες αδυναμίες καθώς και τα πλεονεκτήματα των διαφόρων μεθόδων. Θα μπορέσουν επίσης να εκτιμηθούν και τα ενδεχόμενα μακροπρόθεσμα οφέλη της επεμβατικής θεραπείας, δεδομένου ότι το οικονομικό κόστος των ενδοαγγειακών μεθόδων είναι δυσβάσταχτο. Λαμβάνοντας υπόψη την παράμετρο αυτή καθώς και την κατάσταση του ασφαλιστικού συστήματος, είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι η καθιέρωση των επεμβατικών μεθόδων προϋποθέτει την πέρα από κάθε αμφισβήτηση τεκμηρίωση της υπεροχής τους έναντι της συντηρητικής φαρμακευτικής αγωγής. Σε αντίθετη περίπτωση η επιλογή μιας σαφώς ακριβότερης κι όχι αποτελεσματικότερης μεθόδου θα εγείρει πολλά ερωτήματα, ακόμη και ηθικής τάξεως.

Σαφέστερες λοιπόν απαντήσεις στο μείζον ερώτημα που αφορά την επιλογή μεταξύ συντηρητικής και επεμβατικής θεραπείας σε ασθενείς με ΕΑΣ θα μπορέσουν να δώσουν μόνο προοπτικές τυχαιοποιημένες μελέτες που θα συγκρίνουν άμεσα τις δύο αυτές θεραπευτικές προσεγγίσεις. Και σε αυτή όμως την περίπτωση σημαντικό ρόλο θα παίξει αφενός το ποια φαρμακευτική αγωγή και σε ποια δόση θα χορηγηθεί κι αφετέρου ποια από τις διαθέσιμες μεθόδους ενδοαγγειακής παρέμβασης θα επιλεγεί. Δεν είναι σίγουρο εάν θα δοθούν οριστικές απαντήσεις στα θέματα που παραμένουν ανοιχτά. Σίγουρο είναι όμως ότι ο κλινικός ιατρός θα έχει στο μέλλον ακόμη περισσότερα δεδομένα και γνώσεις προκειμένου να είναι σε θέση με σύνεση κι υπευθυνότητα να αποφασίσει για τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης κάθε ασθενούς με συμπτωματική ενδοκράνια στένωση.


ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Fiorella D, Woo HH. Emerging endovascular therapies for symptomatic intracranial atherosclerotic disease. Stroke. 2007 Aug;38(8):2391-6
  • Chimowitz MI, Lynn MJ, Howlett-Smith H, et al. Warfarin-Aspirin Symptomatic Intracranial Disease Trial Investigators. Comparison of warfarin and aspirin for symptomatic intracranial arterial stenosis. N Engl J Med. 2005;352(13):1305-16.
  • Levy EI, Chaturvedi S. Perforator stroke following intracranial stenting: a sacrifice for the greater good? Neurology. 2006 Jun 27;66(12):1803-4.
  • Williams JE, Chimowitz MI, Cotsonis GA, Lynn MJ, Waddy SP; WASID Investigators. Gender differences in outcomes among patients with symptomatic intracranial arterial stenosis. Stroke. 2007;38(7):2055-62.
  • Jiang WJ, Xu XT, Jin M, Du B, Dong KH, Dai JP. Apollo stent for symptomatic atherosclerotic intracranial stenosis: study results. AJNR Am J Neuroradiol. 2007;28(5):830-4.
  • Jiang WJ, Xu XT, Du B, Dong KH, Jin M, Wang QH, Ma N. Comparison of elective stenting of severe vs moderate intracranial atherosclerotic stenosis. Neurology. 2007 Feb 6;68(6):420-6.
  • Jiang WJ, Xu XT, Du B, Dong KH, Jin M, Wang QH, Ma N. Long-term outcome of elective stenting for symptomatic intracranial vertebrobasilar stenosis. Neurology. 2007 Mar 13;68(11):856-8.
  • Levy EI, Turk AS, Albuquerque FC, et al. Wingspan in-stent restenosis and thrombosis: incidence, clinical presentation, and management. Neurosurgery. 2007 Sep;61(3):644-50
  • Fiorella D, Chow MM, Anderson M, et al. A 7-year experience with balloon-mounted coronary stents for the treatment of symptomatic vertebrobasilar intracranial atheromatous disease. Neurosurgery. 2007 Aug;61(2):236-42.
  • Fiorella D, Levy EI, Turk AS, et al. US multicenter experience with the wingspan stent system for the treatment of intracranial atheromatous disease: periprocedural results. Stroke. 2007 Mar;38(3):881-7.
  • Mazighi M, Yadav JS, Abou-Chebl A. Durability of Endovascular Therapy for Symptomatic Intracranial Atherosclerosis. Stroke. 2008 Apr 17 [Epub ahead of print]